Η Άνοιξη εκείνης της χρονιάς με βρήκε μόνο. Είχα ήδη φύγει απ’ τη χώρα που μου πρόσφερε τα τότε χρώματα στο μαυρο-γρκί περιβάλλον της. Είχα επιστρέψει στη χώρα των χρωμάτων για να σβήνω στο δικό μου μάυρο. Τα λουλούδια είχαν στολίσει τους κάμπους με διάφορους ακανόνιστους χρωματισμούς και σχήματα. Μέσα απ’ τη τόση ομορφία τους μπορούσες να δείς το ατυχές τους μέλλον. Το δύο μηνών χόρτασμα ματιών που επικρατεί μέχρι τις αποπνικτικές ζέστες του καλοκαιριού ήταν υπέραρκετό. Για όσους το έζησαν. Τα δικά μου λουλούδια έιχαν μαραθεί προ-πολλού.. το ήξερα εδω και μέρες και άς ήταν αρχές Μάρτιου.
Αναπολώ το Πάσχα με τα παραδοσιακά έθιμα, που μόνοι δοκιμάζαμε στο σπίτι όταν δεν ήμουν εδώ. Το μόνιμο χαμόγελο σου, τα λουκάκια στα μάγουλα, τα πλούσια μάυρα μαλλιά σου.. και τα μάτια σου. Τα γκρί γυαλιστερά μάτια που με κοιτούσαν τόσο έντονα και έλεγαν τόσα πολλά! Τόσα που ήταν αρκετά να σε ξέρω για άλλα τοσα χρόνια..
Είχα ξαπλώσει στο παλιό μου κρεβάτι κι αμέσως ήρθαν στη μνήμη μου σκηνές απο το παρελθόν μου, τόσο έδω, όσο και στο Λονδίνο. Άλοτε δυνατές και ευχάριστες.. μα όλο και πιο πολύ ‘σκοτεινές’ ή μάλλον θωλές.
Είναι που δεν σε έχω πιά;
Κατέβηκα στο κήπο και άρχισα να βλέπω – αναγνωρίζω τα διάφορα χρώματα και φυτά. Σιγά σιγά ξεκαθάριζα ένα ένα τα σύνεφα και είχα αρχίσει να βλέπω τι στο καλό είχε γίνει. Τα τότε δικά μας, δικό σου και δικο μου! Μάζεψα λίγα. Τα έβαλα σε ένα οβάλ γυάλινο βάζο μπροστά πάνω στη τραπεζαρία. Κι όλα ήταν εσύ..



Gossiping!