Les Fleurs

29 08 2008

Η Άνοιξη εκείνης της χρονιάς με βρήκε μόνο. Είχα ήδη φύγει απ’ τη χώρα που μου πρόσφερε τα τότε χρώματα στο μαυρο-γρκί περιβάλλον της. Είχα επιστρέψει στη χώρα των χρωμάτων για να σβήνω στο δικό μου μάυρο. Τα λουλούδια είχαν στολίσει τους κάμπους με διάφορους ακανόνιστους χρωματισμούς και σχήματα. Μέσα απ’ τη τόση ομορφία τους μπορούσες να δείς το ατυχές τους μέλλον. Το δύο μηνών χόρτασμα ματιών που επικρατεί μέχρι τις αποπνικτικές ζέστες του καλοκαιριού ήταν υπέραρκετό. Για όσους το έζησαν. Τα δικά μου λουλούδια έιχαν μαραθεί προ-πολλού.. το ήξερα εδω και μέρες και άς ήταν αρχές Μάρτιου.

Αναπολώ το Πάσχα με τα παραδοσιακά έθιμα, που μόνοι δοκιμάζαμε στο σπίτι όταν δεν ήμουν εδώ. Το μόνιμο χαμόγελο σου, τα λουκάκια στα μάγουλα, τα πλούσια μάυρα μαλλιά σου.. και τα μάτια σου. Τα γκρί γυαλιστερά μάτια που με κοιτούσαν τόσο έντονα και έλεγαν τόσα πολλά! Τόσα που ήταν αρκετά να σε ξέρω για άλλα τοσα χρόνια..

Είχα ξαπλώσει στο παλιό μου κρεβάτι κι αμέσως ήρθαν στη μνήμη μου σκηνές απο το παρελθόν μου, τόσο έδω, όσο και στο Λονδίνο. Άλοτε δυνατές και ευχάριστες.. μα όλο και πιο πολύ ‘σκοτεινές’ ή μάλλον θωλές.

Είναι που δεν σε έχω πιά;

Κατέβηκα στο κήπο και άρχισα να βλέπω – αναγνωρίζω τα διάφορα χρώματα και φυτά. Σιγά σιγά ξεκαθάριζα ένα ένα τα σύνεφα και  είχα αρχίσει να βλέπω τι στο καλό είχε γίνει. Τα τότε δικά μας, δικό σου και δικο μου! Μάζεψα λίγα. Τα έβαλα σε ένα οβάλ γυάλινο βάζο μπροστά πάνω στη τραπεζαρία. Κι όλα ήταν εσύ..





μόνος, μές το Παράδεισο

28 08 2008

Ιανουάριος.

Σήμερα είχα σηκωθεί σχετικά νωρίς αν και είχα μόνο απογευματινό μάθημα. Έψησα καφέ, ετοίμασα λίγες φρυγανιές και κάθησα στον υπολογιστή για να διαβάσω λίγο τα νέα στο διαδύκτιο. Τίποτα το συναρπαστικό. Τίποτα ενδιαφέρον. Λίγο το ένα, λίγο το άλλο. Οι ίδιες ειδήσεις περιστρέφονται γύρο απ’ το θέμα τους. Αποτέλεσμα κανένα. Έκλεισα την ιστοσελίδα και έβαλα μουσική. Το ίδιο τραγούδι απ’ τον Michael Buble - απ’ τους αγαπημένους μου. Μελαγχόλισα λίγο. Θυμόμουν που το ακούγαμε μαζί και λέγαμε πώς θα ήταν αν ήμασταν και εκέι μαζί. Τότε που ξαπλώναμε μπροστά στο τζάκι και μου χάιδευες με το πίσω της παλάμης σου τα μάγουλα.

Ειχά χαρεί πολύ εκείνο το απόγευμα. Ήταν Κυριακή, οι δρόμοι κλειστοί απο τις έντονες βροχές και σύ να θέλεις να πάρεις το καφέ που τόσο πολύ σου άρεσε. Φορούσες το λευκό πουκάμισο που έιχαμε πάρει μαζί για ένα πάρτυ που είχες, κοντοστάθηκες στη πόρτα, έψαξες για το παλτό, την ομπρέλλα σου και το πορτοφόλι. Όλα κοντά στην είσοδο όπως τα ακουμπούσες πάντα. Έκανες να φύγεις μα με πλησιάσες, έσκυψες και με φίλισες απαλά στα χείλη. ‘Δεν θα αργήσω..’ μου είπες και χάθηκες σαν σίφουνας. Στην ώρα που είχες λείψει δέν ανησυχούσα. Μάζεψα κάτι παλιά αρωματικά κεριά, μια πρόχειρη κουβέρτα και δυό γυάλινα ποτήρια με ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί.

Ξάπλωσα μπροστά στο τζάκι και σε περίμενα να γυρίσεις. Μετά απο λίγο ακούω τα κλειδιά σου να εισχωρούν στο σκουριασμένο απ’ τον καιρό μέταλο της κλειδαρότρυπας και να τα στριφοργυρίζεις καθώς έσπρωχνες τη πόρτα. Μπήκες μέσα και το αισθησιακό άρωμα των κεριών είχε ήδη εισχωρήσει βαθυά μέσα σου. Τόσο βαθυά που άφησες το ζεστό κάφε με άρωμα καραμέλα και κρέμα σαντιγή που τόσο σ’ άρεσε για να τρέξεις κοντά μου.

Ξάπλωσες πλάι μου και συνέχισες να με χαϊδεύεις. Όπως τότε. Όπως σ’ άρεσε και μ’ άρεσε! Τότε που ύπηρχε συναίσθημα, πάθος.. έρωτας. Τότε που το κάθε τι με έκανε χαρούμενο, γεμάτο ενέργεια, αγάπη για τη ζωή, για τους γύρω μου.. για σένα.

Η ματιά μου ταξίδεψε μέχρι το μικρό τραπεζάκι στη μία γωνία του σαλονιού, πάνω σε ένα παλιό μικρό βιβλίο. Το πήρα και διάβασα το πρώτο στίχο. ‘Θα πενθώ πάντα – μ’ ακούς; – για σένα, μόνος, μές το Παράδεισο.’





In Rainbows.

27 08 2008

Όλα έχουν μια αρχή. Έτσι και γώ. Ξεκινάω απόψε με σκοπό να τα βγάλω απο μέσα μου. Με τρώει να μήν έχω κάπου να τα πώ. Κάπου να ακουμπήσω. Κάπου μέσα μου τρελένομαι και νιώθω να χάνω το είναι μου. Τα πάντα μου.

Ήταν αρχές Νοεμβρίου εκείνη τη μερα. Μιλήσαμε πολύ λίγο αλλά ήξερα πως κάτι θα ακολουθούσε μετά. Δεν είχα πέσει και πολύ έξω. Την επόμενη μέρα ήταν εκεί. Το ίδιο και την μεθ’επόμενη και για όσες άλλες ακολούθησαν στους υπόλοιπους μήνες. Νόμιζα πως είχα αρχίσει να τον ερωτέυομαι. Ποτέ ξανά δεν είχα νιώσει κάτι ανάλογο. Κάτι τόσο δυνατό. Πέρα απ’ την ωραία εμφάνιση του, το γυμνασμένο σχετικά σώμα του, και τα βαθυά έντονα γκρί μάτια του, ήταν αυτό το κάτι επάνω του που με συνεπείρε. Ήξερε πως να προσεγγίζει τον άλλο, και σε μένα πέτυχε διάνα. Βόλτες με το αυτοκίνητο στους τότε γκρί σαν τα μάτια του δρόμους, περιπάτους μπροστά απο στολισμένες βιτρίνες να μου κρατάει το χέρι και καλύπτοντας με με την μάυρη μυτερή ομπρέλα του απο τις ξαφνικές μπόρες του χειμώνα, μαυρόασπρες φωτογραφίες κάτω απ’ το Big Ben, καφέ, τσιγάρα και έρωτας. Ένας έρωτας που έμοιαζε ατέλιωτος!!

Μιλούσαμε με τις ώρες. Τα λόγια του ήταν θετικά. Ήθελα απλά να τον ακούω να μου μιλάει καθώς ήμασταν μαζί ξαπλωμένοι πάνω στο κουρέλι εκείνο του παλιού μπέζ καναπέ στο μικρό δυαράκι που είχα πάρει. Είχε πάντα το χέρι μου αγκαλιά στο δικό του, πλαι στο στέρνο του για να νιώθω τους χτύπους της καρδιάς του. Έσκυβε και με φιλούσε, νιώθοντας το κάθε δευτερόλεπτο που περνούσε. Έτσι μαζί μέναμε για ώρες ώσπου μας έπερνε ο ύπνος και μετά η αυγή μας χώριζε για να τραβήξει ο καθένας το δικό του δρόμο. Το δρόμο που δεν είχε επιστροφή. Τουλάχιστον σε ‘κείνο το μικρό δυαράκι με τον παλιό μπέζ καναπέ.

Χριστούγεννα.

Το Λονδίνο στολισμένο με μπλέ φωτάκια παντού. Βρίσκομαι έξω απο ένα τεράστιο κτήριο στην οδό Sloane. Κοιτάω με απορία και μελαγχωλία το μάυρο εκέινο κουστούμι στη βιτρίνα. Σκέφτομαι πως πάνε ήδη δυό χρόνια που δέν γίορτασα ρεβεγιόν. Δεν θέλω να ξαναγιορτάσω. Θέλω μόνο να είμαι μαζί σου. Κι ας μή γιορτάζω ποτέ!