Όλα έχουν μια αρχή. Έτσι και γώ. Ξεκινάω απόψε με σκοπό να τα βγάλω απο μέσα μου. Με τρώει να μήν έχω κάπου να τα πώ. Κάπου να ακουμπήσω. Κάπου μέσα μου τρελένομαι και νιώθω να χάνω το είναι μου. Τα πάντα μου.
Ήταν αρχές Νοεμβρίου εκείνη τη μερα. Μιλήσαμε πολύ λίγο αλλά ήξερα πως κάτι θα ακολουθούσε μετά. Δεν είχα πέσει και πολύ έξω. Την επόμενη μέρα ήταν εκεί. Το ίδιο και την μεθ’επόμενη και για όσες άλλες ακολούθησαν στους υπόλοιπους μήνες. Νόμιζα πως είχα αρχίσει να τον ερωτέυομαι. Ποτέ ξανά δεν είχα νιώσει κάτι ανάλογο. Κάτι τόσο δυνατό. Πέρα απ’ την ωραία εμφάνιση του, το γυμνασμένο σχετικά σώμα του, και τα βαθυά έντονα γκρί μάτια του, ήταν αυτό το κάτι επάνω του που με συνεπείρε. Ήξερε πως να προσεγγίζει τον άλλο, και σε μένα πέτυχε διάνα. Βόλτες με το αυτοκίνητο στους τότε γκρί σαν τα μάτια του δρόμους, περιπάτους μπροστά απο στολισμένες βιτρίνες να μου κρατάει το χέρι και καλύπτοντας με με την μάυρη μυτερή ομπρέλα του απο τις ξαφνικές μπόρες του χειμώνα, μαυρόασπρες φωτογραφίες κάτω απ’ το Big Ben, καφέ, τσιγάρα και έρωτας. Ένας έρωτας που έμοιαζε ατέλιωτος!!
Μιλούσαμε με τις ώρες. Τα λόγια του ήταν θετικά. Ήθελα απλά να τον ακούω να μου μιλάει καθώς ήμασταν μαζί ξαπλωμένοι πάνω στο κουρέλι εκείνο του παλιού μπέζ καναπέ στο μικρό δυαράκι που είχα πάρει. Είχε πάντα το χέρι μου αγκαλιά στο δικό του, πλαι στο στέρνο του για να νιώθω τους χτύπους της καρδιάς του. Έσκυβε και με φιλούσε, νιώθοντας το κάθε δευτερόλεπτο που περνούσε. Έτσι μαζί μέναμε για ώρες ώσπου μας έπερνε ο ύπνος και μετά η αυγή μας χώριζε για να τραβήξει ο καθένας το δικό του δρόμο. Το δρόμο που δεν είχε επιστροφή. Τουλάχιστον σε ‘κείνο το μικρό δυαράκι με τον παλιό μπέζ καναπέ.
Χριστούγεννα.
Το Λονδίνο στολισμένο με μπλέ φωτάκια παντού. Βρίσκομαι έξω απο ένα τεράστιο κτήριο στην οδό Sloane. Κοιτάω με απορία και μελαγχωλία το μάυρο εκέινο κουστούμι στη βιτρίνα. Σκέφτομαι πως πάνε ήδη δυό χρόνια που δέν γίορτασα ρεβεγιόν. Δεν θέλω να ξαναγιορτάσω. Θέλω μόνο να είμαι μαζί σου. Κι ας μή γιορτάζω ποτέ!

Yparxei pio wraio aisthima apo ton erwta….?
/ΜΟΥΖΟΥΡΑ/ Δέν ύπαρχει. Και με την απουσία του γίνεται όλο και πιο έντονο..