μόνος, μές το Παράδεισο

28 08 2008

Ιανουάριος.

Σήμερα είχα σηκωθεί σχετικά νωρίς αν και είχα μόνο απογευματινό μάθημα. Έψησα καφέ, ετοίμασα λίγες φρυγανιές και κάθησα στον υπολογιστή για να διαβάσω λίγο τα νέα στο διαδύκτιο. Τίποτα το συναρπαστικό. Τίποτα ενδιαφέρον. Λίγο το ένα, λίγο το άλλο. Οι ίδιες ειδήσεις περιστρέφονται γύρο απ’ το θέμα τους. Αποτέλεσμα κανένα. Έκλεισα την ιστοσελίδα και έβαλα μουσική. Το ίδιο τραγούδι απ’ τον Michael Buble - απ’ τους αγαπημένους μου. Μελαγχόλισα λίγο. Θυμόμουν που το ακούγαμε μαζί και λέγαμε πώς θα ήταν αν ήμασταν και εκέι μαζί. Τότε που ξαπλώναμε μπροστά στο τζάκι και μου χάιδευες με το πίσω της παλάμης σου τα μάγουλα.

Ειχά χαρεί πολύ εκείνο το απόγευμα. Ήταν Κυριακή, οι δρόμοι κλειστοί απο τις έντονες βροχές και σύ να θέλεις να πάρεις το καφέ που τόσο πολύ σου άρεσε. Φορούσες το λευκό πουκάμισο που έιχαμε πάρει μαζί για ένα πάρτυ που είχες, κοντοστάθηκες στη πόρτα, έψαξες για το παλτό, την ομπρέλλα σου και το πορτοφόλι. Όλα κοντά στην είσοδο όπως τα ακουμπούσες πάντα. Έκανες να φύγεις μα με πλησιάσες, έσκυψες και με φίλισες απαλά στα χείλη. ‘Δεν θα αργήσω..’ μου είπες και χάθηκες σαν σίφουνας. Στην ώρα που είχες λείψει δέν ανησυχούσα. Μάζεψα κάτι παλιά αρωματικά κεριά, μια πρόχειρη κουβέρτα και δυό γυάλινα ποτήρια με ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί.

Ξάπλωσα μπροστά στο τζάκι και σε περίμενα να γυρίσεις. Μετά απο λίγο ακούω τα κλειδιά σου να εισχωρούν στο σκουριασμένο απ’ τον καιρό μέταλο της κλειδαρότρυπας και να τα στριφοργυρίζεις καθώς έσπρωχνες τη πόρτα. Μπήκες μέσα και το αισθησιακό άρωμα των κεριών είχε ήδη εισχωρήσει βαθυά μέσα σου. Τόσο βαθυά που άφησες το ζεστό κάφε με άρωμα καραμέλα και κρέμα σαντιγή που τόσο σ’ άρεσε για να τρέξεις κοντά μου.

Ξάπλωσες πλάι μου και συνέχισες να με χαϊδεύεις. Όπως τότε. Όπως σ’ άρεσε και μ’ άρεσε! Τότε που ύπηρχε συναίσθημα, πάθος.. έρωτας. Τότε που το κάθε τι με έκανε χαρούμενο, γεμάτο ενέργεια, αγάπη για τη ζωή, για τους γύρω μου.. για σένα.

Η ματιά μου ταξίδεψε μέχρι το μικρό τραπεζάκι στη μία γωνία του σαλονιού, πάνω σε ένα παλιό μικρό βιβλίο. Το πήρα και διάβασα το πρώτο στίχο. ‘Θα πενθώ πάντα – μ’ ακούς; – για σένα, μόνος, μές το Παράδεισο.’


Ενέργειες

Πληροφορίες

Γράψτε ένα σχόλιο