A different kind of pain.>

18 09 2008

Είχα ξυπνήσει γύρω στις 10. Το σπίτι άδειο. Καινούριο, ακατοίκητο, άδειο. Μόλις το ‘χα πάρει και δεν είχα προλάβει να το φτιάξω κατάληλα. Δεν είχα λόγο. Παλιά ξυπνούσα μαζί σου, παίρναμε πρωινό και φέυγαμε για τη ρουτίνα. Μια ρουτίνα ασταμάτητη, ατελείωτη, κουραστική. Μα όταν ο ήλιος έπεφτε για τα καλά ήξερα πως θα γυρνούσα πίσω σε ένα σπίτι που θα μέ χαλάρωνε μόνο με τη μυρωδιά σου. Πήρα ένα καφέ φίλτρου με λίγο γάλα χωρίς ζάχαρη, κάπνισα ένα τσιγάρο και μετροφύλλισα την πρωινή εφημερίδα. Δέν είχα όρεξη για τίποτα άλλο. Καθόμουν και χάζευα τις μισοάδειες κούτες που είχα αφήσει για μέρες στη μέση του σαλονιού. Όταν μεσημέριασε για τα καλά πήρα την απόφαση και άρχισα το άδειαμα. Έβγαζα τα πράγματα ένα ένα προσεκτικά απ’ τα κουτιά τους, έβγαζα το προστατευτικό περιτύλιγμα και τα τοποθετούσα σε σειρά σε μια γωνία. Είχα θυμώσει. Έιχα θυμώσει μαζί μου που είχα φυλάξει τόσα αντικείμενα που θύμιζαν εσένα. Μικρά μικρά μπιχλιπιδάκια που γέμιζαν το σπίτι μας αναμνήσεις, αγάπη και πάθος. Κάποια τα έιχα αφήσει. Αυτά όμως δεν μπορούσα να τα αποχωριστώ. Ήταν μέρος της ζωής μου. Αυτά που υπήρξαν ο λόγος για να μπορέσω να ζήσω μακριά σου.

Η ώρα είχε πάει κιόλας 1600. Δεν είχα φάει τίποτα ούτε είχα την ανάγκη. Έψησα άλλο ένα καφέ και πήρα άλλο ένα πακέτο τσιγάρα. Κάθισα στο πάτωμα και παρακολουθούσα τους περαστικούς απ’ τη μεγάλη τζαμαρία του σαλονιού. Η κεντρική λεωφόρος Saint Martin’s Lane μεταξύ Leicester Square και Covent Garden έσφιζε απο ζωή. Αυτοκίνητα και μοτοσυκλέτες, λεωφορεία, ταξί και κόσμος. Ένας κόσμος βιαστικός. Να προσπαθεί να ξεπεράσει το δικό του για να φτάσει σε κάτι που ίσως και να μήν τον ευχαριστεί. Ένας κόσμος γεμάτος ζωή. Και η δική μου ζωή σταματημένη κάπου σε εκείνο τον παλιό Απρίλιο.

Είχα τελειώσει το μπάνιο μου και ετοιμάστηκα να βγω. Θα πήγαινα μια βόλτα για ποτό μαζί του. Κάτι καινούριο, ίσως και συναρπαστικό. Δεν γνώριζα πως ήταν. Ήταν κάτι νέο και επιδοκίμαζα τον εαυτό μου. Δεν ήμουν ακόμη έτοιμος για να προχωρήσω. Το βραδάκυ είχε καλό σχετικά προς τσουχτερό καιρό. Καθίσαμε σε ένα γνωστό μπαράκι στο Soho, φέρνοντας στο μυαλό μου τις παλιές μας περιπλανήσεις στα ίδια σοκάκια.

Πήρα λευκό κρασί και αυτός κάτι άλλο που δέν γνωριζα. Ίσως για να με εντυπωσιάσει. Δεν ξέρω. Σημασία είχε πως περνούσα καλά. Η συζήτηση μας έφερνε όλο και πιο κοντά. Ήταν αρκετά απομακρυσμένος και προφανώς πολύ ντροπαλός. Μιλούσαμε και γελούσαμε για ώρα. Γνωριζόμασταν όλο και περισότερο, και ένιωθα πώς κάτι που είχα ξαναζήσει το έχω μπροστά μου ξανά.  Ασυναίσθητα το χέρι μου πήρε το δικό του, και αυτός έκανε να κινηθεί προς το μέρος μου. Το βλέμα μου τον παρότρυνε να προχωρήσει. Δεν ήμουν πολύ καλά. Είχα παρασυρθεί απ’ το γαλήνιο του βλέμα, το μακρύ λεπτό χαμόγελο του και τα πράσινα, έντονα του μάτια. Καθόμασταν σε ενα κεντρικό σαλονάκι με μια παρέα που γιόρταζε γενέθλια στο διπλανό τραπεζάκι. Οι φωνές και οι σκοποί τους δεν έφταναν στ’ αυτιά μου. Κοιτούσα το βαθύ πράσινο των ματιών του και περίμενα να σε δώ εκεί μέσα. Τα δικά σου γκρί ήταν ασύγκρητα ακαταμάχητα. Σε μια στιγμή νόμισα πως σε είδα να περνάς και να με καρφώνεις με τη ματιά σου.

Δεν ήσουν εκεί όμως. Ήμουνα μοναχός με μια νέα αρχή στα χέρια μου έτοιμη να γλιστρίσει. Έσφιξα το χέρι του, συρθηκα κοντά του και αφέθηκα στο πιο γλυκό μεθύσι. Ήταν ήδη το τρίτο «ραντεβού» και η πρώτη φορά που με φιλούσε. Γνώριζε τη διστακτικότητα μου και θέλησε να περιμένει. Δεν άργησε να πάρει προβάδισμα και να καθοδηγησει αυτό που είχα αρχίσει. Τόσο απαλά, τόσο στοργικά. Γεμάτο πάθος.

Είχα περάσει την είσοδο για το σπίτι. Στάθηκε και με κοιτούσε να απομακρύνομαι. Χαμογέλασε, και χάθηκε μέσα στο σκοτάδι. Μέχρι το επόμενο φώς!





Leaving.>

4 09 2008

Ποιά ήταν αυτή που τραγουδούσε πως περνά και μόνη της καλά;

Εγώ λυπάμαι πως δέν. Έχουν φύγει οι φίλοι, έχεις φύγει και συ. Οι μέρες, οι ώρες, τα λεπτά αδυνατούν να προχωρήσουν. Φέυγω και γω. Όχι τώρα. Σε λίγο. Παραμένω ακόμα λίγο σε τούτο εδώ το πράγμα. Δεν ξέρω γιατί. Νιώθω ότι κάτι δεν προφτασα να κάνω. Κάτι να φτιάξω. Να διορθώσω. Εκκρεμότητες πολλές. Ξέρω πως μπορώ να φτιάξω πολλά, αλλά είναι αυτό το κάτι που έχει μείνει ατέλειωτο. Είναι καλά κρυμένο εκεί μέσα. Ίσως το πιό έντονο που είχα νιώσει ποτε.

Σεπτέμβριος. Αυτός που σηματοδοτεί τις πλήστες ενάρξεις.  Άλλο ένα βράδυ μπροστά σε αυτό το μαραφέτι να γράφω αυτά που νιώθω. Δεν είσαι εδω. Κανένας δεν είναι εδω για να μου πει τι γίνετε, να του μιλήσω. Να το βγάλω απο μέσα μου. Έχω τσακιστεί εσωτερικά και μαζεύω κομματάκια.

Λιγότερο απο ‘βδομάδα και φεύγω. Το θέλεις αλήθεια ρε μαλάκα..;  Μου λείπει να είμαι μαζι τους, να χαζεύουμε στους δρόμους, να τα σπάμε στο σπίτι, να ξενυχτάμε μαζί μέχρι το χάραμα, να βγαίνουμε τα βράδυα, να, να ,να… Είναι τόσα πολλά που θέλω να κάνω. Είναι όμως και όσα αφήνω πίσω.

Έχει τελειώσει και αυτό το πακέτο. Άλλη μια ταινία για συντροφιά και λήθαργο. Όσο περισότερο κοιμάμαι τόσες λιγότερες ώρες μένουν. Έχω ολοκληρώσει τη δήθεν αποστολή μου εδώ; Ας είναι έτσι. Φεύγω μπάς και νιώσω κάτι εκεί μέσα. Θα μου λείψουν πολλά. Αλλα είναι άλλα τόσα που με περιμένουν…

Καλή αρχή παιδιά. Καλή αρχή ζωή..





εκείνο το καλοκαίρι..

2 09 2008

Είχε τελειώσει το καλοκαίρι εκείνο όπως και το προηγούμενο. Μόνο που σ’ αυτό τον συνόδευε μόνο η σκέψη του. Δέν πήγε πουθενά για διακοπές. Κλείστηκε στο σπίτι και περίμενε. Ο ίδιος δεν ήξερε τί, αλλά ήλπιζε πως ίσως κάτι να άλλαζε. Περίμενε την τάδε ανατροπή στη ζωή του. Καθόταν μόνος στο μπαλκόνι και αναπολούσε το καλοκαίρι εκείνο. Σε εκείνο το μικρό ακρογιάλι, μόνοι αγκαλιασμένοι, ερωτευμένοι.. πάνω σε εκείνη τη μικρή ξύλινη αποβάθρα, στο μέγαλο τους ταξίδι. Ένα ταξίδι που πίστεψαν πως δεν θα τέλειωνε ποτέ!

Το ραδιόφωνο έπαιζε ερωτικούς σκοπούς που πλάνευαν το μυαλό του και τον έπερναν μέχρι αυτόν. Καθόταν εκεί ψηλά και τον κοιτούσε όπως τότε. Κάτω απ’ το φώς του ολόγιομου Αυγουστιάτικου φεγγαριού, στην έρημη εκείνη μικρή παραλία. Και εκέι που τέλειωνε άλλο ένα τραγούδι, τέλειωνε και το όνειρο. Ξεσπούσε σε λυγμούς, μόνος σε ένα άδειο διαμέρισμα. Ένα ζεστό σπίτι φτιαγμένο για δύο. Μόνο που τώρα πια δεν υπήρχε χώρος για κανένα.

Η ατμόσφαιρα ήταν ακόμη ηλεκτρισμένη. Ο χώρος μύριζε πάθος και έρωτα. Τα κεριά ήταν για μήνες σβηστά. Όπως και το τζάκι που τόσα όνειρα είχε ζεστάνει εκέι μπροστά του. Άκουγες το παραμιλητό μέσα απ’ τους τοίχους και  νόμιζες πώς απο στιγμή σε στιγμή θα τον έβλεπες ν’ ανοίγει τη πόρτα και να τρέχει στην αγκαλιά σου, να παραδείνεται στα φιλιά σου και στον έρωτα.

Κατανοούσε την ανάγκη να τον δεί. Πνιγόταν στο αλκοόλ που είχε για καιρό μοναδική συντροφιά. Τα δάκρυα είχαν στερέψει. Κάτι δεν πήγαινε καλά. Πετούσε το μπουκάλι στο πάτωμα, ντυνόταν και έβγαινε. Σε άγνωστο δρόμο, σε νέα ταξίδια.

Εκείνο το βράδυ τον είδε.

Στα μάτια κάποιου άλλου. Και τότε όλα άρχιζαν απ’ την αρχή..

«Σ’ αγαπώ και μαζί σου ξαναζώ, μ’ αγαπάς κι ονειρεύομαι πετώ, στο μεγάλο ταξίδι που με πάς, σ’ ενα κόσμο που φτιάχτηκε για μας.  Μ’ αγαπάς κι έχω δύναμη να πώ, οτι ζω μόνο για να σ’ αγαπώ, και παλεύω κι αντέχω και νικώ..»