Είχε τελειώσει το καλοκαίρι εκείνο όπως και το προηγούμενο. Μόνο που σ’ αυτό τον συνόδευε μόνο η σκέψη του. Δέν πήγε πουθενά για διακοπές. Κλείστηκε στο σπίτι και περίμενε. Ο ίδιος δεν ήξερε τί, αλλά ήλπιζε πως ίσως κάτι να άλλαζε. Περίμενε την τάδε ανατροπή στη ζωή του. Καθόταν μόνος στο μπαλκόνι και αναπολούσε το καλοκαίρι εκείνο. Σε εκείνο το μικρό ακρογιάλι, μόνοι αγκαλιασμένοι, ερωτευμένοι.. πάνω σε εκείνη τη μικρή ξύλινη αποβάθρα, στο μέγαλο τους ταξίδι. Ένα ταξίδι που πίστεψαν πως δεν θα τέλειωνε ποτέ!
Το ραδιόφωνο έπαιζε ερωτικούς σκοπούς που πλάνευαν το μυαλό του και τον έπερναν μέχρι αυτόν. Καθόταν εκεί ψηλά και τον κοιτούσε όπως τότε. Κάτω απ’ το φώς του ολόγιομου Αυγουστιάτικου φεγγαριού, στην έρημη εκείνη μικρή παραλία. Και εκέι που τέλειωνε άλλο ένα τραγούδι, τέλειωνε και το όνειρο. Ξεσπούσε σε λυγμούς, μόνος σε ένα άδειο διαμέρισμα. Ένα ζεστό σπίτι φτιαγμένο για δύο. Μόνο που τώρα πια δεν υπήρχε χώρος για κανένα.
Η ατμόσφαιρα ήταν ακόμη ηλεκτρισμένη. Ο χώρος μύριζε πάθος και έρωτα. Τα κεριά ήταν για μήνες σβηστά. Όπως και το τζάκι που τόσα όνειρα είχε ζεστάνει εκέι μπροστά του. Άκουγες το παραμιλητό μέσα απ’ τους τοίχους και νόμιζες πώς απο στιγμή σε στιγμή θα τον έβλεπες ν’ ανοίγει τη πόρτα και να τρέχει στην αγκαλιά σου, να παραδείνεται στα φιλιά σου και στον έρωτα.
Κατανοούσε την ανάγκη να τον δεί. Πνιγόταν στο αλκοόλ που είχε για καιρό μοναδική συντροφιά. Τα δάκρυα είχαν στερέψει. Κάτι δεν πήγαινε καλά. Πετούσε το μπουκάλι στο πάτωμα, ντυνόταν και έβγαινε. Σε άγνωστο δρόμο, σε νέα ταξίδια.
Εκείνο το βράδυ τον είδε.
Στα μάτια κάποιου άλλου. Και τότε όλα άρχιζαν απ’ την αρχή..
«Σ’ αγαπώ και μαζί σου ξαναζώ, μ’ αγαπάς κι ονειρεύομαι πετώ, στο μεγάλο ταξίδι που με πάς, σ’ ενα κόσμο που φτιάχτηκε για μας. Μ’ αγαπάς κι έχω δύναμη να πώ, οτι ζω μόνο για να σ’ αγαπώ, και παλεύω κι αντέχω και νικώ..»

Gossiping!