Two and a half//

3 10 2008

Οι συναντήσεις άρχισαν να πυκνώνουν όλο και πιο πολύ, άλλοτε σε μένα κι άλλοτε σ’αυτόν. Ακόμη δεν μπορούσα να πώ ή έστο να δω τι ήταν αυτο που είχαμε. Δεν γνωρίζω τι νόμιζε αυτός. Περνούσα καλά και έιχα επιτέλους συντροφιά να γεμίζει το μουντό μου γκρί σπίτι.  Κάποιες φορές, όσα χρωματιστά πράματα κι αν έχεις μέσ’ το σπίτι, τίποτα δεν χρωματίζει αυτό το άχρωμο που νιώθεις μέσα σου, παρά μόνο η χαρά που σου προσφέρει ένας σύντροφος, ένας φίλος ή ένας συγγενής. Συγγενείς κοντά δεν είχα. Ούτε και φίλους. Μόνο λίγους. Αυτούς που άξιζαν και με στήριξαν πάμπολλές φορές και που ήταν έτοιμοι για πολλές άλλες.

Είχα όμως αποκτήσει ένα νέο σύντροφο. Χωρίς περιττούς τίτλους και δεσμέυσεις, είχα τον άνθρωπο μου, να με γεμίζει, να με ακούει, να τσακώνομαι, να αγαπώ..

Να αγαπώ;  Είναι κιόλας αγάπη; Μήπως βίαζομαι..; Μη θέλω να καλύψω κενά;

Δεν ξέρω πως να το περιγράψω. Τα άσκοπα ερωτήματα δέν οδηγούν πουθενά. Είχα αγαπήσει μια φορά τότε.. εσένα. Μα υποσχέθηκα πως άλλος ποτέ δεν θα μεν κάνει να νιώσω όπως ένιωθα μαζί σου. Απ’ τη στιγμή που έφυγες είχα τελειώσει και γώ. Χωρίς καρδιά ο άνθρωπος δεν ζει, και τη δική μου την έιχες πάρει μαζί σου. Έτσι όπως στη χάρισα. Είπα πως… θα ξανάρχιζα απ’ την αρχή. Μα αγάπη δεν μπορούσα να δώσω. Ήταν άδικο. Έγω έπερνα τόση απ’ αυτόν χωρίς να μου ζητάει αντάλλαγμα..

Στο κεφάλι μου διαρκώς γυρνούσε ένα γιατί. Ενα μέγαλο γιατί, που έφυγες, που κλείστικα, που υποφέρω. Το Δεκέμβριο μετράω δυο χρόνια. Δύο χρόνια απ’ τη μέρα που έφυγες. Μα σε κάθε μου βήμα θα είσαι πάντα ένα πιο μπροστά να με περιμένεις. Κι ας είναι άδικο για τη νέα αυτή συντροφιά. Είχε προσπαθήσει τόσο πολύ.  Για να τον πληγώσω τη στιγμή που θα ξεσπούσα με όσα έχω μέσα μου. Δεν θα το άφηνα έτσι. Θα μέναμε μαζί ως εκεί που αντέχει. Αλλά αγάπη δεν θα έπερνε ποτε. Όχι γιατι δεν ήθελα. Αλλά γιατί δεν είχα.. ‘Αλλοστε αγάπη μπορεί να σημένει πολλά πράματα. Αυτή που είχα δώσει σε σένα όμως, μου είχε τελειώσει προ πολλού.

Τις τελευταίες ημέρες ήμουν διαρκώς στο κρεβάτι. Δεν μπορούσα να καν να σηκωθώ δίχως τη βοήθεια κάποιου. Η αρρώστια μου είχε αρχίσει να υποχωρεί μεν, αλλα ακόμη ήταν πολύ δυνατός ο πόνος για να σηκωθώ. Είχα άφησει κλειδιά σε ένα φίλο μου. Τώρα στέκομαι καλά στα πόδια μου. Σε κάθε του έννοια.





μόνος, μές το Παράδεισο

28 08 2008

Ιανουάριος.

Σήμερα είχα σηκωθεί σχετικά νωρίς αν και είχα μόνο απογευματινό μάθημα. Έψησα καφέ, ετοίμασα λίγες φρυγανιές και κάθησα στον υπολογιστή για να διαβάσω λίγο τα νέα στο διαδύκτιο. Τίποτα το συναρπαστικό. Τίποτα ενδιαφέρον. Λίγο το ένα, λίγο το άλλο. Οι ίδιες ειδήσεις περιστρέφονται γύρο απ’ το θέμα τους. Αποτέλεσμα κανένα. Έκλεισα την ιστοσελίδα και έβαλα μουσική. Το ίδιο τραγούδι απ’ τον Michael Buble - απ’ τους αγαπημένους μου. Μελαγχόλισα λίγο. Θυμόμουν που το ακούγαμε μαζί και λέγαμε πώς θα ήταν αν ήμασταν και εκέι μαζί. Τότε που ξαπλώναμε μπροστά στο τζάκι και μου χάιδευες με το πίσω της παλάμης σου τα μάγουλα.

Ειχά χαρεί πολύ εκείνο το απόγευμα. Ήταν Κυριακή, οι δρόμοι κλειστοί απο τις έντονες βροχές και σύ να θέλεις να πάρεις το καφέ που τόσο πολύ σου άρεσε. Φορούσες το λευκό πουκάμισο που έιχαμε πάρει μαζί για ένα πάρτυ που είχες, κοντοστάθηκες στη πόρτα, έψαξες για το παλτό, την ομπρέλλα σου και το πορτοφόλι. Όλα κοντά στην είσοδο όπως τα ακουμπούσες πάντα. Έκανες να φύγεις μα με πλησιάσες, έσκυψες και με φίλισες απαλά στα χείλη. ‘Δεν θα αργήσω..’ μου είπες και χάθηκες σαν σίφουνας. Στην ώρα που είχες λείψει δέν ανησυχούσα. Μάζεψα κάτι παλιά αρωματικά κεριά, μια πρόχειρη κουβέρτα και δυό γυάλινα ποτήρια με ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί.

Ξάπλωσα μπροστά στο τζάκι και σε περίμενα να γυρίσεις. Μετά απο λίγο ακούω τα κλειδιά σου να εισχωρούν στο σκουριασμένο απ’ τον καιρό μέταλο της κλειδαρότρυπας και να τα στριφοργυρίζεις καθώς έσπρωχνες τη πόρτα. Μπήκες μέσα και το αισθησιακό άρωμα των κεριών είχε ήδη εισχωρήσει βαθυά μέσα σου. Τόσο βαθυά που άφησες το ζεστό κάφε με άρωμα καραμέλα και κρέμα σαντιγή που τόσο σ’ άρεσε για να τρέξεις κοντά μου.

Ξάπλωσες πλάι μου και συνέχισες να με χαϊδεύεις. Όπως τότε. Όπως σ’ άρεσε και μ’ άρεσε! Τότε που ύπηρχε συναίσθημα, πάθος.. έρωτας. Τότε που το κάθε τι με έκανε χαρούμενο, γεμάτο ενέργεια, αγάπη για τη ζωή, για τους γύρω μου.. για σένα.

Η ματιά μου ταξίδεψε μέχρι το μικρό τραπεζάκι στη μία γωνία του σαλονιού, πάνω σε ένα παλιό μικρό βιβλίο. Το πήρα και διάβασα το πρώτο στίχο. ‘Θα πενθώ πάντα – μ’ ακούς; – για σένα, μόνος, μές το Παράδεισο.’